Call for papers: A world in flux? Analysis and prospects for the U.S. in global security

Call for papers: A world in flux? Analysis and prospects for the U.S. in global security.

Advertisements

Ελληνική “συνενοχή” στη διακίνηση βρώμικου χρήματος καταγγέλλει Πακιστανός διπλωμάτης

Cosmos.gr …   16/05/2011

Τη δρομολόγηση τεράστιων ποσών “βρώμικου χρήματος” από την Αθήνα πίσω στο Πακιστάν από παράνομη διακίνηση μεταναστών, που λάμβανε χώρα,ε με τη “συνενοχή της ελληνικής κυβέρνησης”, κατήγγειλε υπάλληλος της πακιστανικής πρεσβείας στην Αθήνα, σε Αμερικανούς, σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2006.

Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Wikileaks, ο Πακιστανός διπλωμάτης δήλωσε, ότι τα χρήματα αυτά χρησίμευαν στην ενίσχυση αυτονοµιστών, µουσουλµάνων εξτρεµιστών, ακόµα και τροµοκρατικών οργανώσεων.

Στο εν λόγω έγγραφο, ο Πακιστανός  υποστηρίζει ότι η πρεσβεία του παρέδωσε στην ελληνική κυβέρνηση µία λίστα µε ονόµατα προσώπων που εµπλέκονταν σε ένα σύστηµα µεταφοράς των χρηµάτων, που προέρχονται είτε από την παράνοµη διακίνηση µεταναστών είτε από δουλεµπόριο για τη χρηµατοδότηση της διεθνούς τροµοκρατίας, µέσω έµπιστων µεσολαβητών, οι οποίοι όπως φαίνεται, δρούσαν και στην Ελλάδα.

Στο έγγραφο αναφέρεται, πως ο υπάλληλος της πρεσβείας “πιστεύει ότι αυτό που θεωρεί έλλειψη χειροπιαστού ενδιαφέροντος από την ελληνική κυβέρνηση, είναι το συνδυασµένο αποτέλεσµα των εξής:

1)έλλειψη πόρων,

2)διαφθορά και

3)αποτυχία γενικότερη συνεργασίας µε την πακιστανική πρεσβεία.

Από αυτά τα τρία η διαφθορά είναι αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο, στον οποίο Πακιστανοί µετανάστες έχουν πει ότι πέρασαν στην Ελλάδα εντελώς ανενόχλητοι από τις συνοριακές αρχές ή ότι τους είχαν µεταφέρει ακόµη και µε ελληνικά στρατιωτικά οχήµατα.

Για αυτόν το λόγο πιστεύει, ότι υπάρχει συνενοχή στις επιχειρήσεις λαθροµετανάστευσης από τις ελληνικές Αρχές επιβολής του νόµου”, αναφέρεται στο τηλεγράφηµα που φέρει την υπογραφή του πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τσαρλς Ρις.

Κατά τη συνάντηση της 16ης Ιουνίου του 2006 ο πακιστανός διπλωµάτης εξέφρασε στους Αµερικανούς την επιθυµία για µεγαλύτερη παροχή βοήθειας από τις ΗΠΑ και την ΕΕ λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ σηµείωσε ότι η επαρχία του Μπαλοχιστάν στο Πακιστάν, κοντά στα σύνορα µε το Ιράν, είναι κύριος προορισµός των κεφαλαίων από τη hawala, καθώς πρόκειται για µία περιοχή όπου υπάρχει µεγάλη δραστηριότητα τόσο λαθροµε τανάστευσης όσο και εξτρεµιστικών οµάδων.

Σε σχόλιο σχετικά µε τα όσα ειπώθηκαν, οι Αµερικανοί της πρεσβείας στην Αθήνα επισήµαναν ότι δεν είχαν ακούσει στο παρελθόν καταγγελίες για την πιθανή χρηµατοδότηση εξτρεµιστικών ή ακόµα και τροµοκρατικών οργανώσεων από την παράνοµη διακίνηση µεταναστών – τουλάχιστον όχι µε τόσο εµφατικό τρόπο.

Περισσότερο από έναν χρόνο πριν από τη συνάντηση µε τον πακιστανό διπλωµάτη, αµερικανοί ειδικοί σε θέµατα αντιτροµοκρατίας διατύπωναν την άποψη ότι η Ελλάδα είναι χώρα “χαµηλού ρίσκου” όσον αφορά τη χρηµατοδότηση και την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών σε τροµοκράτες.

Σύµφωνα µε το τηλεγράφηµα, για τη χρηµατοδότηση της τροµοκρατίας το 2005, που υπογράφει και πάλι ο κ. Ρις, οι έλληνες αξιωµατούχοι είπαν στην πρεσβεία ότι τα ποσά που έχουν κατασχεθεί στα πλαίσια σχετικής απόφασης του Συµβουλίου Ασφαλείας είναι ασήµαντα και ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στα παραδοσιακά “οικονοµικά καταφύγια” για τροµοκράτες και οργανώσεις που συνδέονται µε την Αλ Κάιντα.

“Τα γραφειοκρατικής φύσης εµπόδια για την εγγραφή των φιλανθρωπικών οργανώσεων (και το γεγονός ότι όλοι οι µη κερδοσκοπικοί οργανισµοί ελέγχονται από τις φορολογικές Αρχές) καθιστούν απίθανο το γεγονός να λειτουργούν εδώ hawalas χωρίς να έχουν εντοπιστεί”, κατέληγε το τηλεγράφηµα της αµερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Η αµερικανική αναφορά

“Πακιστανοί µετανάστες είχαν πει στον υπάλληλο της πακιστανικής πρεσβείας στην Αθήνα ότι πέρασαν στην Ελλάδα εντελώς ανενόχλητοι από τις συνοριακές αρχές ή ότι τους είχαν µεταφέρει ακόµη και µε ελληνικά στρατιωτικά οχήµατα.

Γι’ αυτόν τον λόγο πιστεύει ότι υπάρχει συνενοχή στις επιχειρήσεις λαθροµετανάστευσης από τις ελληνικές Αρχές επιβολής του νόµου”, αναφέρεται στο τηλεγράφηµα.

Το Οργανωμένο Έγκλημα, το internet, η λαθρομετανάστευση και η … Ελλάδα

Public Service Europe 5/5/2011

Η Interpol

Οι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες έχουν αποκτήσει εξάρτηση στο διαδίκτυο για την διεκπεραίωση των παράνομων δραστηριοτήτων τους, οι οποίες αφορούν ολοένα και μεγαλύτερη ποικιλία εγκλημάτων, σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά της Europol. Στο πλαίσιο της ανά διετία συντασσόμενης Έκθεσης της υπηρεσίας αυτής εργαλεία όπως το Facebook, το Skype and η ηλεκτρονική τραπεζική (online banking) αποκτούν συνεχώς και μεγαλύτερη σπουδαιότητα για τη διασυνοριακή, διεθνική και επιχειρηματική συνεργασία των εγκληματικών ομάδων.ΗΈκθεση εντοπίζει περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες ακόμα και εθνοτικές ομάδες με μικρή μέχρι σήμερα επαφή με τη σύγχρονη τεχνολογία όπως αλβανόφωνες ομάδες εγκληματιών χρησιμοποιούν πλέον συστηματικά το Skype. Ταυτόχρονα πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, χρησιμοποιείται για δικτύωση (networking) και επικοινωνία, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι οι έμποροι συνθετικών ναρκωτικών το χρησιμοποιούν για τακτικές επαφές με τους πελάτες τους.

Η ηλεκτρονική τραπεζική προσφέρει τη δυνατότητα στο οργανωμένο έγκλημα για ταχεία μεταφορά εγκληματικών περιουσιακών στοιχείων ενώ ό ηλεκτρονικός τζόγος χρησιμοποιείται για ξέπλυμα προϊόντων εγκληματικών πράξεων μέσω των διανυσματικών νομισμάτων (virtual currencies). Πέρα από την παιδική πορνογραφία, τις απάτες πιστωτικών καρτών, της πειρατείας και του κυβερνοεγκλήματος, η Έκθεση τονίζει ότι το διαδίκτυο χρησιμοποιείται για τη σύνθεση ναρκωτικών ουσιών, το εμπόριο λευκής σάρκας (human trafficking), την προμήθεια παραχαραγμένων προϊόντων και τη διευκόλυνση της παράνομης μετανάστευσης.

Η μεγαλύτερη ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος εντοπίζεται στη ΝΑ Ευρώπη κυρίως λόγω της αύξησης σε ποσοστό 500% της εισόδου στην Ελλάδα παράνομων μεταναστών προερχόμενων από την Τουρκία μεταξύ 2009 και 2010. Διαπιστώνεται η δημιουργία ενός Βαλκανικού άξονα λαθρομετανάστευσης και trafficking με κατεύθυνση την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία ενδεχόμενη εισδοχή της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στη ζώνη Schengen θα μπορούσε να αναδιατάξει μέρος της παράνομης μετανάστευσης από την Ελληνο-Τουρκική μεθόριο. Γενικά διαπιστώνεται μία μεγαλύτερη ανοχή στα πλαστά ή τα παραχαραγμένα προϊόντα λόγω της οικονομικής κρίσης ενώ οι εγκληματικές ομάδες έχουν τη δυνατότητα ευκολότερης στρατολόγησης συνεργατών. Η μείωση των προϋπολογισμών των διωκτικών αρχών αναμένεται να επιδεινώσει τα παραπάνω προβλήματα.
Το OLAF

Ταυτόχρονα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης OLAF ανακοίνωσε την διάλυση ενός ιδιαίτερα επικίνδυνου δικτύου με την ολοκλήρωση μίας έρευνας που αφορούσε 22 έργα στην Ιταλία με κοινοτικές επιδοτήσεις άνω των €50 εκατομμυρίων. Σύμφωνα μάλιστα με τη δήλωση του OLAF μία ομάδα επιχειρήσεων με έδρα κράτη-μέλη βρίσκονται στο στόχαστρο του με την υποψία ότι απαιτούν έξοδα και κόστη ανύπαρκτων επιχιερηματικών σχεδίων και δραστηριοτήτων χρησιμοποιώντας ανύπαρκτους υπεργολάβους σε ερευνητικές δραστηριότητες.

Η διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης στην ΕΕ

08 February 2011

Handling Irregular Immigration in the EU

Abstract red and black map of Western Europe, courtesy of Coda/flickr
Creative Commons - Attribution-Noncommercial-Share Alike 2.0 Generic Creative Commons - Attribution-Noncommercial-Share Alike 2.0 GenericMap of Western Europe 

The two-tier system of national and supranational EU legislation in the field of Justice and Home Affairs has proven problematic for the implementation of measures designed to deal with Europe’s significant, but greatly exaggerated, challenge of irregular immigration.

By Diego Acosta for ISN Insights


Irregular or undocumented migration in the EU is a multifaceted phe­nomenon. Its complexity arises from the fact that irregular migrants are an amazingly heterogeneous category, raising ques­tions about the adequacy of dealing with it without addressing its various intricacies. Irregular migration has also been highly politicized, both at the national and EU levels, with rheto­ric often depicting it as an ‘invasion’. This politicization has in some cases led to its criminalization. However, this politicization is not matched by the number of irregular migrants actually entering the EU. According to the most reliable statistics, there were only between 1.9 and 3.8 million irregular migrants in 2008, barely representing between 0.39 and 0.77 percent of the total EU population of around 500 million.

To understand and correctly assess this phenomenon and European responses, it remains vital to explore the past, present and future of measures that the EU and its member states have implemented in an attempt to deal with the issue, most notably regularization procedures and the adoption of various European directives.

Why regularization matters

Irregular migration mostly follows from the lack of legal channels to enter or remain in a country, linked with the existence of an unregulated job market in certain sectors. The term ‘irregular migrant’ refers to a variety of phenomena and people, from third-country nationals who enter the territory of a member state without authorization by land, sea and air with the help of organized criminal networks of smugglers and traffickers, to the largest group of people that enter legally with a valid visa or under a visa-free regime, but “overstay”, to those who are unsuccessful asylum seekers who do not leave after a final negative decision. There is a last category which includes those who no longer fulfil the conditions of legal entry, stay or residence . Thus, holders of expired residence permits are de jure irregularly residing in a member state. This phenomenon, known as “befallen irregularity” , results from slow bureaucracy and arises in some member states when a third-country national becomes unemployed and cannot renew a temporary residence permit for example.

There are two main options in dealing with irregular immigrants in the EU: regularization and deportation. While the EU as a whole has no competence to deal with regularization, individual member states have recurrently used regularization processes as a means of dealing with the problem. ‘ Regularizations‘ are special programs which offer migrants in an irregular administrative situation the possibility to obtain a legal residence and work status upon fulfilling a certain set of conditions, such as having a job offer, a clean criminal record and a history of residence in that member state. Regularizations programs are crucial, as they have been the most important means for achieving legal status in Southern Europe although they have not been so central in Northern and Central Europe. There are some member states which have expressed reservations about regularization programs (such as Austria, France, Germany and Belgium), as they consider them to constitute a pull-factor for future irregular immigration .

However, the abandonment of regularization processes would certainly increase the extent of informal employment and the size of the informal sector, considering that there is a mismatch between efficient channels for regular immigration and the needs of workers in some sectors such as agriculture, construction or domestic help. The European Commission has indeed stated on numerous occasions that these regular channels should be made available for labor migrants. This mismatch has been clearly revealed in Italy, where despite strong rhetoric against irregular migrants, the government had to launch a regularization procedure in 2009 through which 300,000 housemaids and caretakers asked for a residence permit. The final number of permits granted is still not known.

In fact, between 1996 and 2008 there were 43 regularization programs implemented in 17 of the 27 EU member states. At least 3.2 million irregular migrants obtained legal status as a result of these programs. During negotiations for the adoption of the European Pact on Immigration and Asylum undertaken when France held the EU presidency, a proposal to ban regularizations at the European level was brought up. This was finally not adopted due to the opposition of the Spanish government. The new 2009 EU multiannual program in the area of Justice and Home Affairs for the years 2010-2014, known as the Stockholm program, only refers to the need to improve the exchange of information on regularizations at the national level.

EU policies

The EU only obtained a clear-cut competence to regulate immigration issues in 1999 with the entry into force of the Amsterdam Treaty. Since its inception, addressing irregular immigration, including the repatriation of undocumented migrants, has formed a central part of the EU’s common immigration policy. The EU always advocated the idea that an effective return policy was vital to ensur­ing public support for phenomena such as legal migration and asylum. It was understood that third-country nationals who did not have a legal status enabling them to stay in the EU, either on a temporary or permanent basis, should leave. A credible threat of forced return, the commission argued, would send a clear message to potential irregular migrants that irregular entry into the EU would not lead to a stable form of residence.

With that background in mind the EU adopted a variety of legal instruments in relation to irregular immi­gration in the past decade. Among them, the Council Directive 2001/40 on mutual recognition of decisions on the expulsion of third-country nationals , Council Directive 2003/110 on assistance in cases of transit for the purposes of removal by air , and the 2004 Directive which defines the conditions for granting residence permits of limited duration to third-country nationals who are victims of trafficking in human beings and who cooperate with authorities . In 2010, however, the European Commission produced a report on the implementation of this last directive in which it stated that the directive’s impact had been insufficient in light of the reduced number of residence permits granted under it.

These instruments, however, were not comprehensive enough and did not take into account all the elements present in the repatriation of a migrant, such as removal, detention or the possibility of prohibiting re-entry. To that end, in 2008 the EU adopted, after a long and arduous negotiation process, Directive 2008/115 on common standards and procedures in member states for returning illegally staying third-country nationals, known as the Returns Directive. The 24 member states bound by the directive (the UK, Ireland and Denmark are not subject to its application) should have implemented it by 24 December 2010, although most of them have yet to completely integrate it into national legislation.

The Returns Directive is considered to be the most contentious piece of legislation ever adopted by the EU in the area of immigration. Among its more controversial provisions is the possibility of detaining a migrant for a period up to 18 months, the possibility of a re-entry ban into the EU for a period of five years and the chance to detain and return unaccompanied minors. These provisions, among others, provoked much criticism from international organizations, such as the Council of Europe, and from Latin American countries in particular, a major source of immigrants to the EU.

A year later the EU adopted the directive providing for minimum standards on sanctions and measures against employers of illegally staying third-country nationals . The rationale for this legal measure is that one of the elements that encourages irregular immigration is the possibility of finding work . Hence, the objective of the directive is to forbid the employment of irregular migrants by sanctioning employers who infringe that prohibition. This directive has also been criticized because the EU has not taken into account the fact that irregular immigration is very much linked with the rigidity of national immigration laws . Member states are however set to implement this directive by 20 July 2011.

Looking forward

Irregular migration, a profoundly complex challenge, needs to be tackled through a variety of means, including legal immigration channels . Moreover, EU member states should put in place the necessary resources to deal with the problem: The efficient and timely issuance of residence permits or renewals is key, for example, as it ensures that third-country nationals do not fall into an ‘ irregular situation‘.

Finally, when an irregular migrant cannot be expelled, for whatever reason, member states should make use of the possibility provided by Article 6 of the Returns Directive of granting them an autonomous residence permit or other authorization offering a right to stay for compassionate, humanitarian or other reasons. The European Commission and the Court of Justice will continue to monitor the situation and should pay special attention to the incorrect or incomplete implementation of these key EU measures.


Dr Diego Acosta is a Lecturer in Law at the University of Sheffield. His publications include “The Long-term Residence Status as a Subsidiary Form of EU Citizenship. An Analysis of Directive 2003/109”, Martinus Nijhoff Publishers: Leiden, 2011.


Publisher

Logo International Relations and Security Network (ISN)